Αγάπη & Ψυχολογική Κατοχή
Η αγάπη είναι ίσως η πιο παρεξηγημένη εμπειρία της ανθρώπινης ζωής. Για την Προσωπικότητα, η αγάπη είναι συναίσθημα, δέσιμο, προσκόλληση, ανάγκη. Για τον Εαυτό, η αγάπη είναι παρουσία, αναγνώριση, ελευθερία. Αυτές οι δύο μορφές αγάπης μοιάζουν να μιλούν για το ίδιο πράγμα, αλλά στην πραγματικότητα αναφέρονται σε δύο εντελώς διαφορετικές πραγματικότητες. Η μία γεννιέται από την έλλειψη, η άλλη από την πληρότητα. Η μία λέει «σε χρειάζομαι», η άλλη λέει «χαίρομαι που υπάρχεις». Η διάκριση αυτή είναι η καρδιά της εσωτερικής ωρίμανσης.
Η Προσωπικότητα δεν μπορεί να αγαπήσει χωρίς να προσκολληθεί, γιατί ζει μέσα στην αίσθηση της ανεπάρκειας. Νιώθει ότι κάτι της λείπει και προσπαθεί να το βρει στον άλλον. Η αγάπη της Προσωπικότητας είναι μια προσπάθεια να γεμίσει το κενό της. Θέλει τον άλλον για να νιώσει ασφαλής, για να νιώσει σημαντική, για να μην είναι μόνη, για να επιβεβαιώσει την αξία της. Δεν βλέπει τον άλλον· βλέπει μια λειτουργία, έναν ρόλο, μια πηγή που θα της δώσει αυτό που δεν βρίσκει μέσα της. Γι' αυτό η αγάπη της Προσωπικότητας είναι πάντα εύθραυστη. Εξαρτάται από συμπεριφορές, από λόγια, από ανταπόκριση, από σταθερότητα. Είναι μια αγάπη που φοβάται. Και ό,τι φοβάται, προσπαθεί να το ελέγξει.
Η ρίζα αυτής της ανάγκης βρίσκεται στην ταύτιση με την εικόνα του εαυτού. Η Προσωπικότητα πιστεύει ότι δεν είναι αρκετή, ότι δεν αξίζει από μόνη της, ότι χρειάζεται κάποιον για να ολοκληρωθεί. Έτσι, ο άλλος γίνεται πηγή ασφάλειας, πηγή αξίας, πηγή νοήματος, πηγή ταυτότητας. Και όταν ο άλλος γίνει πηγή, γίνεται και απειλή. Γιατί μπορεί να φύγει. Έτσι, η αγάπη της Προσωπικότητας είναι πάντα αναμεμειγμένη με φόβο. Ο φόβος της απώλειας, ο φόβος της απόρριψης, ο φόβος της αλλαγής. Η Προσωπικότητα δεν αγαπά επειδή νιώθει πλήρης· αγαπά επειδή νιώθει ελλιπής.
Ο Εαυτός όμως δεν αγαπά επειδή χρειάζεται. Αγαπά επειδή είναι. Η αγάπη του Εαυτού δεν είναι συναίσθημα· είναι κατάσταση ύπαρξης. Είναι η φυσική ακτινοβολία της επίγνωσης όταν δεν είναι καλυμμένη από φόβο, ανάγκη ή ταύτιση. Ο Εαυτός δεν ζητά, δεν απαιτεί, δεν πιέζει, δεν φοβάται. Δεν χρειάζεται τον άλλον για να νιώσει πλήρης. Και ακριβώς γι' αυτό μπορεί να τον αγαπήσει πραγματικά. Η αγάπη του Εαυτού είναι αναγνώριση: βλέπει τον άλλον όπως είναι, χωρίς να τον χρησιμοποιεί, χωρίς να τον κατέχει, χωρίς να τον μετατρέπει σε μέσο για την προσωπική του πληρότητα. Είναι αγάπη που ελευθερώνει.
Η μετάβαση από την αγάπη της Προσωπικότητας στην αγάπη του Εαυτού δεν είναι αλλαγή συναισθήματος· είναι αλλαγή ταυτότητας. Ξεκινά όταν βλέπεις καθαρά την ανάγκη σου. Όταν παρατηρείς πώς η αγάπη σου γίνεται προσκόλληση, φόβος, έλεγχος. Όταν αναγνωρίζεις ότι η ανάγκη δεν είναι λάθος, αλλά ένδειξη ότι η Προσοχή έχει ταυτιστεί με την Προσωπικότητα. Όταν επιστρέφεις στην παρουσία και νιώθεις ότι η πληρότητα δεν δημιουργείται· αποκαλύπτεται. Και τότε η αγάπη αναδύεται φυσικά, χωρίς προσπάθεια, χωρίς απαίτηση, χωρίς φόβο.
Η βαθύτερη αγάπη δεν είναι συναίσθημα· είναι αναγνώριση. Όταν βλέπεις τον άλλον πέρα από την Προσωπικότητά του —πέρα από τις ιστορίες, τις άμυνες, τις συμπεριφορές— βλέπεις την ίδια επίγνωση που υπάρχει και μέσα σου. Και τότε η αγάπη γίνεται καθαρή, αβίαστη, χωρίς ιδιοκτησία, χωρίς φόβο, χωρίς ανάγκη. Η αγάπη του Εαυτού δεν λέει «είσαι δικός μου». Λέει: «είσαι ελεύθερος — και σε αγαπώ μέσα σε αυτή την ελευθερία».
Κάθε φορά που νιώθεις ένταση σε μια σχέση, μπορείς να δεις καθαρά τι συμβαίνει. Να ρωτήσεις τον εαυτό σου τι χρειάζεσαι από τον άλλον αυτή τη στιγμή. Να δεις την ανάγκη χωρίς να την κρίνεις. Να επιστρέψεις στην αίσθηση της παρουσίας. Και να αφήσεις την αγάπη να αναδυθεί χωρίς κατοχή. Η αγάπη δεν χρειάζεται να την καλλιεργήσεις· χρειάζεται μόνο να δεις τι την καλύπτει.
Η Προσωπικότητα αγαπά για να γεμίσει το κενό της. Ο Εαυτός αγαπά επειδή δεν έχει κενό. Η Προσωπικότητα λέει: «σε χρειάζομαι για να είμαι καλά». Ο Εαυτός λέει: «είμαι καλά — και γι' αυτό μπορώ να σε αγαπώ». Η αγάπη της Προσωπικότητας είναι δέσιμο· η αγάπη του Εαυτού είναι ελευθερία. Η πρώτη φοβάται· η δεύτερη μεταμορφώνει.