Κεφάλαιο 3
Οι Μηχανισμοί Άμυνας του Εγώ
Το Εγώ δεν προσπαθεί απλώς να διατηρήσει μια εικόνα για τον εαυτό μας. Προσπαθεί διαρκώς να την προστατεύσει.
Όταν κάτι απειλεί την εικόνα που έχουμε δημιουργήσει για το ποιοι είμαστε — μια κριτική, μια απόρριψη, μια αποτυχία, μια αμφισβήτηση, μια απώλεια, ακόμη και μια αλήθεια που δυσκολευόμαστε να αποδεχτούμε — ενεργοποιούνται μέσα μας μηχανισμοί που έχουν έναν βασικό σκοπό:
να διατηρήσουν την αίσθηση ότι είμαστε ασφαλείς, συνεκτικοί και εντάξει με τον εαυτό μας.
Οι μηχανισμοί αυτοί λειτουργούν συχνά πριν προλάβουμε να τους αντιληφθούμε. Δεν είναι συνειδητές αποφάσεις. Είναι αυτόματες ψυχολογικές στρατηγικές που αναπτύχθηκαν μέσα από την εμπειρία και τη μάθηση, ώστε να μειώνουν την εσωτερική ένταση και να προστατεύουν την εικόνα του εαυτού.
Έτσι, μπορεί να αρνηθούμε κάτι που μας πονάει, να αποδώσουμε στους άλλους αυτό που δυσκολευόμαστε να αναγνωρίσουμε μέσα μας, να βρούμε λογικές εξηγήσεις για τις πράξεις μας, να μεταφέρουμε τον θυμό μας σε κάποιον που είναι πιο ασφαλής στόχος ή να απομακρυνθούμε από ένα συναίσθημα αναλύοντάς το διανοητικά.
Το σημαντικό είναι να κατανοήσουμε ότι οι μηχανισμοί άμυνας δεν είναι εχθροί.
Κάποτε υπήρξαν χρήσιμοι.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν εξακολουθούμε να τους χρησιμοποιούμε ακόμη και όταν δεν τους χρειαζόμαστε πλέον.
Τότε η άμυνα παύει να προστατεύει τη ζωή μας και αρχίζει να περιορίζει την Επίγνωσή μας.
Η άμυνα ως προσπάθεια προστασίας
Όταν το Εγώ αισθανθεί ότι απειλείται, δεν ρωτά πρώτα:
«Τι είναι αληθινό;»
Ρωτά, ασυνείδητα:
«Πώς θα προστατεύσω τον εαυτό μου;»
Αν κάποιος μας αμφισβητήσει, μπορεί να νιώσουμε ότι αμφισβητείται η αξία μας.
Αν αποτύχουμε, μπορεί να νιώσουμε ότι δεν είμαστε αρκετοί.
Αν κάποιος μας απορρίψει, μπορεί να βιώσουμε την απόρριψη όχι ως ένα γεγονός, αλλά ως απόδειξη ότι «δεν αξίζουμε».
Αν κάποιος μας επισημάνει ένα χαρακτηριστικό μας που δεν θέλουμε να δούμε, μπορεί να στραφούμε αμέσως εναντίον του.
Έτσι δημιουργείται ένας κύκλος:
Απειλή → εσωτερική ένταση → άμυνα → αντίδραση → προσωρινή ανακούφιση.
Η άμυνα μειώνει την ένταση για λίγο.
Αλλά δεν αντιμετωπίζει απαραίτητα την αιτία.
Και ό,τι δεν βλέπουμε παραμένει ενεργό.
Γι' αυτό ένας άνθρωπος μπορεί να επαναλαμβάνει τις ίδιες αντιδράσεις για χρόνια, χωρίς να καταλαβαίνει γιατί.
Δεν αντιδρά μόνο στο παρόν.
Αντιδρά σε ολόκληρη την ιστορία που το Εγώ έχει συνδέσει με το παρόν.
Οι βασικοί μηχανισμοί άμυνας
1. Άρνηση — «Αυτό δεν συμβαίνει»
Η άρνηση είναι η άρνηση να αναγνωρίσουμε μια πραγματικότητα που μας προκαλεί δυσφορία.
Μπορεί να αρνηθούμε ένα πρόβλημα, να υποτιμήσουμε τη σημασία του ή να απορρίψουμε στοιχεία που δεν συμφωνούν με την εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας.
Δεν είναι πάντα συνειδητό ψέμα.
Συχνά είναι ένας τρόπος με τον οποίο ο νους προστατεύει τον άνθρωπο από κάτι που, εκείνη τη στιγμή, μοιάζει υπερβολικά δύσκολο να αντιμετωπιστεί.
«Δεν έχω θυμό.»
«Δεν με επηρεάζει.»
«Δεν με ενδιαφέρει τι πιστεύουν οι άλλοι.»
«Δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα.»
Όμως, όταν κάτι χρειάζεται τόσο έντονα να αρνηθούμε την ύπαρξή του, αξίζει να αναρωτηθούμε:
Τι θα συνέβαινε αν επέτρεπα στον εαυτό μου να αναγνωρίσει ότι αυτό υπάρχει;
Η άρνηση δεν εξαφανίζει την πραγματικότητα.
Απλώς την απομακρύνει από την επίγνωση.
Και ό,τι απομακρύνεται από την επίγνωση συχνά συνεχίζει να επηρεάζει τη συμπεριφορά μας από το παρασκήνιο.
2. Προβολή — «Το πρόβλημα είναι στους άλλους»
Η προβολή συμβαίνει όταν αποδίδουμε στους άλλους σκέψεις, συναισθήματα ή χαρακτηριστικά που δυσκολευόμαστε να αναγνωρίσουμε στον εαυτό μας.
Ο θυμός που δεν θέλουμε να δούμε μέσα μας γίνεται:
«Αυτός είναι επιθετικός.»
Η ανάγκη για έλεγχο γίνεται:
«Εκείνος θέλει πάντα να ελέγχει τους άλλους.»
Η ανασφάλεια γίνεται:
«Οι άλλοι είναι ανασφαλείς.»
Η ανάγκη για αναγνώριση γίνεται:
«Όλοι θέλουν να τους θαυμάζουν.»
Η προβολή είναι ιδιαίτερα ισχυρή επειδή δημιουργεί την αίσθηση ότι έχουμε εντοπίσει το πρόβλημα.
Μόνο που το πρόβλημα βρίσκεται πάντα έξω.
Και όσο βρίσκεται έξω, δεν χρειάζεται να κοιτάξουμε μέσα.
Έτσι, η προβολή προστατεύει την εικόνα του Εγώ από την αυτοπαρατήρηση.
Αντί να ρωτήσουμε:
«Γιατί αυτό που βλέπω στον άλλον με ενοχλεί τόσο πολύ;»
ρωτάμε:
«Γιατί ο άλλος είναι έτσι;»
Η πρώτη ερώτηση ανοίγει χώρο για Επίγνωση.
Η δεύτερη ενισχύει την ταύτιση.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ό,τι μας ενοχλεί στους άλλους υπάρχει απαραίτητα μέσα μας. Σημαίνει ότι η έντονη συναισθηματική αντίδραση μπορεί να αποτελέσει μια πρόσκληση για εσωτερική διερεύνηση.
3. Εκλογίκευση — «Υπάρχει μια λογική εξήγηση»
Η εκλογίκευση είναι η δημιουργία μιας λογικής ή εύλογης εξήγησης για μια συμπεριφορά, μια επιλογή ή μια αποτυχία, ώστε να αποφύγουμε την επαφή με κάτι πιο δύσκολο.
Μπορεί να γνωρίζουμε βαθιά μέσα μας ότι φοβηθήκαμε.
Όμως λέμε:
«Δεν το έκανα γιατί δεν άξιζε τον κόπο.»
Μπορεί να ξέρουμε ότι πληγωθήκαμε.
Όμως λέμε:
«Απλώς δεν με ενδιαφέρει.»
Μπορεί να αντιδράσαμε από θυμό.
Όμως λέμε:
«Απλώς προσπαθούσα να βάλω τα πράγματα στη θέση τους.»
Η λογική δεν είναι το πρόβλημα.
Το πρόβλημα είναι όταν χρησιμοποιούμε τη λογική για να μην αισθανθούμε.
Τότε η σκέψη γίνεται άμυνα.
Μπορούμε να εξηγήσουμε τα πάντα και να μην έχουμε κατανοήσει τίποτα ουσιαστικό.
Μπορούμε να γνωρίζουμε γιατί συμπεριφερόμαστε με έναν συγκεκριμένο τρόπο και ταυτόχρονα να μην έχουμε αγγίξει ποτέ το συναίσθημα που βρίσκεται από κάτω.
Η Επίγνωση δεν αναζητά απλώς μια καλή εξήγηση.
Αναζητά την άμεση επαφή με αυτό που πραγματικά συμβαίνει.
4. Μετατόπιση — «Ο θυμός μου πρέπει να πάει κάπου»
Η μετατόπιση συμβαίνει όταν ένα συναίσθημα ή μια παρόρμηση που δεν μπορούμε να εκφράσουμε προς την πραγματική της πηγή μεταφέρεται σε έναν πιο ασφαλή στόχο.
Κάποιος μας προσβάλλει στη δουλειά.
Δεν μπορούμε να αντιδράσουμε.
Επιστρέφουμε σπίτι και θυμώνουμε με τον σύντροφό μας.
Ή με τα παιδιά.
Ή με κάτι ασήμαντο.
Το συναίσθημα όμως δεν δημιουργήθηκε εκεί.
Απλώς βρήκε έναν ασφαλέστερο δρόμο έκφρασης.
Η μετατόπιση δείχνει κάτι σημαντικό:
η αντίδραση που βλέπουμε στο παρόν δεν εξηγείται πάντα από το γεγονός του παρόντος.
Μερικές φορές το σώμα και ο νους κουβαλούν συσσωρευμένη ένταση.
Και ένα μικρό γεγονός γίνεται η αφορμή για να εκδηλωθεί.
Η πρακτική της Επίγνωσης δημιουργεί ένα κενό ανάμεσα στο ερέθισμα και στην αντίδραση.
Εκεί βρίσκεται η δυνατότητα επιλογής.
5. Καταπίεση — «Δεν θέλω να το ξέρω»
Η καταπίεση είναι η απομάκρυνση δύσκολων σκέψεων, αναμνήσεων, επιθυμιών ή συναισθημάτων από τη συνειδητή επίγνωση.
Κάτι μέσα μας λέει:
«Αυτό δεν πρέπει να υπάρχει.»
Και έτσι το σπρώχνουμε μακριά.
Δεν σημαίνει ότι εξαφανίζεται.
Μπορεί να επιστρέψει ως ένταση στο σώμα, ως επαναλαμβανόμενο μοτίβο, ως δυσανάλογη αντίδραση, ως αποφυγή ή ως ένα συναίσθημα που δεν μπορούμε να εξηγήσουμε.
Η εσωτερική εργασία δεν σημαίνει ότι πρέπει να ανασύρουμε βίαια ό,τι βρίσκεται στο ασυνείδητο.
Σημαίνει ότι καλλιεργούμε αρκετή Επίγνωση ώστε να μπορούμε να συναντούμε αυτό που εμφανίζεται χωρίς να το απορρίπτουμε αμέσως.
Δεν χρειάζεται να ανοίξουμε κάθε πόρτα.
Χρειάζεται να μπορούμε να αναγνωρίζουμε ότι υπάρχουν πόρτες.
6. Διανοητικοποίηση — «Ας το αναλύσουμε»
Η διανοητικοποίηση είναι ένας ιδιαίτερα λεπτός μηχανισμός άμυνας.
Το άτομο δεν αρνείται απαραίτητα το γεγονός.
Απλώς απομακρύνεται από το βίωμά του.
Μπορεί να μιλά με εξαιρετική ακρίβεια για τον φόβο, χωρίς να αισθάνεται τον φόβο.
Μπορεί να αναλύει τον θυμό, χωρίς να αναγνωρίζει τον θυμό στο σώμα.
Μπορεί να γνωρίζει όλες τις ψυχολογικές θεωρίες για το τραύμα και ταυτόχρονα να παραμένει αποσυνδεδεμένο από τη δική του εμπειρία.
Η γνώση γίνεται τότε ένας τρόπος απόστασης.
Αυτό είναι ένα κρίσιμο σημείο για κάθε εσωτερική εργασία:
Η κατανόηση δεν είναι το ίδιο με την επίγνωση.
Μπορούμε να κατανοούμε κάτι διανοητικά και να μην το έχουμε ακόμη βιωματικά δει.
Η Επίγνωση δεν λέει:
«Εξήγησέ μου τι συμβαίνει.»
Λέει:
«Δες τι συμβαίνει τώρα.»
Στο σώμα.
Στο συναίσθημα.
Στη σκέψη.
Στην παρόρμηση.
Στη σχέση.
7. Παλινδρόμηση — «Θέλω να επιστρέψω στο γνώριμο»
Σε περιόδους έντονου στρες μπορεί να επιστρέψουμε σε παλαιότερους τρόπους αντίδρασης.
Γινόμαστε περισσότερο εξαρτητικοί, ευερέθιστοι, παθητικοί ή απαιτητικοί.
Αναζητούμε γνώριμες συμπεριφορές που κάποτε μας παρείχαν ασφάλεια.
Η παλινδρόμηση δεν σημαίνει απαραίτητα ότι «γυρίζουμε πίσω».
Σημαίνει ότι κάτω από πίεση το σύστημά μας μπορεί να επιστρέψει σε παλαιότερα μοτίβα που γνωρίζει καλά.
Και εδώ η Επίγνωση μπορεί να λειτουργήσει ως γέφυρα ανάμεσα στο παρελθόν και στο παρόν.
Να δούμε:
«Αυτό που κάνω τώρα ανήκει πραγματικά στη σημερινή κατάσταση ή είναι ένας παλιός τρόπος να προστατευτώ;»
Όταν η άμυνα γίνεται ταυτότητα
Οι μηχανισμοί άμυνας δεν είναι μόνο συμπεριφορές.
Με τον χρόνο μπορούν να ενσωματωθούν στην ίδια την εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας.
Ο άνθρωπος που πάντα δικαιολογείται μπορεί να θεωρεί τον εαυτό του «λογικό».
Ο άνθρωπος που πάντα επιτίθεται μπορεί να θεωρεί τον εαυτό του «ειλικρινή».
Ο άνθρωπος που αποφεύγει τη σύγκρουση μπορεί να θεωρεί τον εαυτό του «ήρεμο».
Ο άνθρωπος που καταπιέζει τα συναισθήματά του μπορεί να θεωρεί τον εαυτό του «δυνατό».
Έτσι, η άμυνα δεν προστατεύει πλέον μόνο το Εγώ.
Γίνεται μέρος του Εγώ.
Και τότε γίνεται δυσκολότερο να την αναγνωρίσουμε.
Γιατί όταν αμφισβητείται η άμυνά μας, αισθανόμαστε ότι αμφισβητείται ο ίδιος μας ο εαυτός.
Αυτό είναι ένα από τα βαθύτερα επίπεδα της ταύτισης.
Η άμυνα και η δημιουργία της οδύνης
Οι μηχανισμοί άμυνας προσφέρουν συχνά άμεση ανακούφιση.
Αλλά η ανακούφιση δεν είναι πάντα ελευθερία.
Η άρνηση μας προστατεύει από την αλήθεια, αλλά δεν αλλάζει την αλήθεια.
Η προβολή μας προστατεύει από την αυτοπαρατήρηση, αλλά δημιουργεί συγκρούσεις.
Η εκλογίκευση προστατεύει την εικόνα μας, αλλά μπορεί να μας απομακρύνει από το συναίσθημά μας.
Η μετατόπιση εκτονώνει την ένταση, αλλά συχνά πληγώνει ανθρώπους που δεν ευθύνονται.
Η καταπίεση απομακρύνει προσωρινά το δύσκολο υλικό, αλλά μπορεί να το διατηρεί ενεργό.
Η διανοητικοποίηση προσφέρει έλεγχο, αλλά μπορεί να μας αποσυνδέσει από τη βιωμένη εμπειρία.
Έτσι δημιουργείται ένας παράδοξος μηχανισμός:
Το Εγώ προστατεύεται από αυτό που φοβάται, αλλά η ίδια η προστασία μπορεί να γίνει πηγή οδύνης.
Από την αντίδραση στην παρατήρηση
Η έξοδος από αυτούς τους μηχανισμούς δεν είναι να τους πολεμήσουμε.
Αν προσπαθήσουμε να εξαλείψουμε την άρνηση, την προβολή ή τον φόβο με τη βία, δημιουργούμε έναν ακόμη αγώνα μέσα μας.
Το πρώτο βήμα είναι πολύ απλούστερο:
Να τους δούμε.
Να παρατηρήσουμε τη στιγμή κατά την οποία κάτι μέσα μας ενεργοποιείται.
Πριν πούμε:
«Εσύ φταις.»
να παρατηρήσουμε:
«Κάτι μέσα μου θυμώνει.»
Πριν πούμε:
«Δεν με ενδιαφέρει.»
να παρατηρήσουμε:
«Υπάρχει κάτι που προσπαθώ να μην αισθανθώ.»
Πριν δημιουργήσουμε μια εξήγηση:
«Μήπως προσπαθώ να δικαιολογήσω μια αντίδραση;»
Πριν αποδώσουμε ένα χαρακτηριστικό στον άλλον:
«Τι ακριβώς με ενεργοποιεί τόσο έντονα σε αυτό που βλέπω;»
Αυτή είναι η μετατόπιση από την ταύτιση στην παρατήρηση.
Δεν λέμε:
«Είμαι θυμωμένος.»
Παρατηρούμε:
«Υπάρχει θυμός.»
Δεν λέμε:
«Είμαι αμυντικός άνθρωπος.»
Παρατηρούμε:
«Ενεργοποιείται τώρα μια άμυνα.»
Η διαφορά φαίνεται μικρή.
Αλλά είναι θεμελιώδης.
Γιατί όταν μπορώ να παρατηρήσω μια αντίδραση, δεν είμαι πλέον ολοκληρωτικά παγιδευμένος μέσα της.
Η Επίγνωση δημιουργεί χώρο
Η πρακτική του ZenProcess δεν στοχεύει να κάνει τον άνθρωπο «τέλειο».
Στοχεύει να δημιουργήσει χώρο.
Χώρο ανάμεσα στο ερέθισμα και στην αντίδραση.
Χώρο ανάμεσα στη σκέψη και στην πεποίθηση.
Χώρο ανάμεσα στο συναίσθημα και στην ταύτιση.
Χώρο ανάμεσα στην εικόνα του εαυτού και στην πραγματική εμπειρία.
Σε αυτόν τον χώρο μπορεί να εμφανιστεί η Επίγνωση.
Και μέσα στην Επίγνωση μπορούμε να δούμε κάτι που προηγουμένως ήταν αόρατο:
Δεν χρειάζεται κάθε εσωτερική κίνηση να γίνει πράξη.
Μπορώ να νιώσω θυμό χωρίς να επιτεθώ.
Μπορώ να νιώσω φόβο χωρίς να φύγω.
Μπορώ να νιώσω ντροπή χωρίς να κρυφτώ.
Μπορώ να αισθανθώ την ανάγκη να δικαιολογηθώ χωρίς να δικαιολογηθώ.
Μπορώ να παρατηρήσω την ανάγκη να κατηγορήσω χωρίς να κατηγορήσω.
Η Επίγνωση δεν καταργεί την ανθρώπινη αντίδραση.
Μας επιτρέπει να μην είμαστε υποχρεωμένοι να την ακολουθήσουμε.
Η ευαλωτότητα ως αντίθετη κίνηση προς την άμυνα
Πίσω από πολλούς μηχανισμούς άμυνας βρίσκεται ένας φόβος:
«Αν αφήσω την άμυνα, θα πληγωθώ.»
Και αυτός ο φόβος αξίζει σεβασμό.
Δεν χρειάζεται να γκρεμίσουμε τις άμυνές μας βίαια.
Χρειάζεται να δημιουργήσουμε αρκετή εσωτερική ασφάλεια ώστε να μπορούμε σταδιακά να μην τις χρειαζόμαστε τόσο.
Η ευαλωτότητα δεν είναι αδυναμία.
Είναι η δυνατότητα να πούμε:
«Δεν ξέρω.»
«Φοβάμαι.»
«Πληγώθηκα.»
«Έκανα λάθος.»
«Χρειάζομαι βοήθεια.»
«Αυτό με επηρεάζει περισσότερο από όσο θα ήθελα.»
Για το Εγώ αυτές οι φράσεις μπορεί να μοιάζουν απειλητικές.
Για την Επίγνωση είναι απλώς αλήθεια.
Και η αλήθεια, όταν μπορεί να βιωθεί χωρίς άμεση άμυνα, απελευθερώνει ενέργεια που προηγουμένως χρησιμοποιούνταν για την προστασία της εικόνας μας.
Η ταπεινότητα ως απελευθέρωση του ελέγχου
Υπάρχει μια ιδιαίτερη μορφή εσωτερικής εργασίας που δεν είναι αυτοϋποτίμηση.
Είναι η εθελοντική ταπεινότητα.
Η προθυμία να μην έχουμε πάντα δίκιο.
Να μπορούμε να δούμε ότι η δική μας οπτική είναι περιορισμένη.
Να μπορούμε να πούμε:
«Ίσως κάνω λάθος.»
«Ίσως δεν βλέπω κάτι.»
«Ίσως αυτό που κατηγορώ στους άλλους υπάρχει και μέσα μου.»
«Ίσως η αντίδρασή μου είναι μεγαλύτερη από αυτό που πραγματικά συμβαίνει.»
Η ταπεινότητα δεν μειώνει το Εγώ.
Το κάνει λιγότερο άκαμπτο.
Και ένα λιγότερο άκαμπτο Εγώ μπορεί να μάθει.
Μπορεί να ακούσει.
Μπορεί να αλλάξει.
Μπορεί να ζητήσει συγγνώμη.
Μπορεί να συναντήσει το άγνωστο χωρίς να χρειάζεται να προσποιείται ότι γνωρίζει.
Σιωπηλός διαλογισμός και εθελοντική ταπεινότητα
Η απελευθέρωση από τον έλεγχο του Εγώ δεν επιτυγχάνεται μόνο μέσα από διανοητική κατανόηση.
Χρειάζεται άμεση εμπειρία.
Ο σιωπηλός διαλογισμός μάς επιτρέπει να παρατηρούμε τον νου χωρίς να χρειάζεται να ακολουθούμε κάθε σκέψη.
Καθόμαστε.
Αναπνέουμε.
Παρατηρούμε.
Μια σκέψη εμφανίζεται.
Ένα συναίσθημα εμφανίζεται.
Μια παρόρμηση εμφανίζεται.
Και αντί να επέμβουμε αμέσως, παραμένουμε.
Αυτό από μόνο του είναι μια βαθιά εκπαίδευση.
Γιατί το Εγώ έχει μάθει να κάνει.
Να διορθώνει.
Να ελέγχει.
Να ερμηνεύει.
Να αντιστέκεται.
Ο σιωπηλός διαλογισμός μας εκπαιδεύει σε κάτι διαφορετικό:
να μπορούμε να είμαστε παρόντες χωρίς να χρειάζεται να ελέγχουμε την εμπειρία.
Και η εθελοντική ταπεινότητα συμπληρώνει αυτή την πρακτική μέσα στην καθημερινή ζωή.
Να αφήνουμε κάποιες φορές την ανάγκη να έχουμε δίκιο.
Να ακούμε πριν απαντήσουμε.
Να αναγνωρίζουμε το λάθος μας.
Να μην υπερασπιζόμαστε αυτόματα την εικόνα μας.
Να επιτρέπουμε στην πραγματικότητα να μας διορθώνει.
Εδώ βρίσκεται μια βαθύτερη μορφή ελευθερίας:
όχι να ελέγχουμε καλύτερα το Εγώ, αλλά να μην χρειάζεται να το προστατεύουμε συνεχώς.
Μια πρακτική παρατήρησης της άμυνας
Την επόμενη φορά που θα νιώσεις μια έντονη αντίδραση, μην προσπαθήσεις αμέσως να την αλλάξεις.
Σταμάτησε.
Ανάπνευσε.
Και παρατήρησε:
1. Τι συνέβη;
Ποιο ήταν το γεγονός;
2. Τι ένιωσα;
Ποιο συναίσθημα εμφανίστηκε;
3. Τι σκέφτηκα;
Ποια ιστορία δημιούργησε ο νους;
4. Τι προσπάθησα να προστατεύσω;
Την αξία μου;
Την εικόνα μου;
Την ασφάλειά μου;
Την ανάγκη μου να έχω δίκιο;
Την ανάγκη να με αποδεχτούν;
5. Ποια άμυνα ενεργοποιήθηκε;
Άρνηση;
Προβολή;
Εκλογίκευση;
Μετατόπιση;
Καταπίεση;
Διανοητικοποίηση;
Παλινδρόμηση;
6. Μπορώ απλώς να την παρατηρήσω;
Χωρίς να την καταδικάσω.
Χωρίς να την πολεμήσω.
Χωρίς να χρειάζεται να τη διορθώσω αμέσως.
Αυτό είναι το σημείο όπου η εσωτερική εργασία αλλάζει χαρακτήρα.
Δεν προσπαθούμε πλέον να γίνουμε ένας διαφορετικός άνθρωπος.
Αρχίζουμε να βλέπουμε καθαρότερα τον άνθρωπο που ήδη είμαστε.
Από την Άμυνα στην Επίγνωση
Η άμυνα λέει:
«Πρέπει να προστατευτώ.»
Η Επίγνωση λέει:
«Ας δω τι συμβαίνει.»
Η άμυνα λέει:
«Έχεις άδικο.»
Η Επίγνωση λέει:
«Ας εξετάσω και τη δική μου πλευρά.»
Η άμυνα λέει:
«Δεν φοβάμαι.»
Η Επίγνωση λέει:
«Υπάρχει φόβος.»
Η άμυνα λέει:
«Δεν με αφορά.»
Η Επίγνωση λέει:
«Με αφορά περισσότερο από όσο θέλω να παραδεχτώ.»
Η άμυνα προσπαθεί να διατηρήσει την εικόνα.
Η Επίγνωση ενδιαφέρεται για την αλήθεια της εμπειρίας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να εγκαταλείψουμε κάθε όριο, κάθε προστασία ή κάθε μηχανισμό αυτοπροστασίας. Η ψυχολογική ωριμότητα δεν είναι η κατάργηση των ορίων.
Είναι η ικανότητα να γνωρίζουμε πότε προστατευόμαστε πραγματικά και πότε απλώς προστατεύουμε την εικόνα του Εγώ.
Συμπέρασμα
Οι μηχανισμοί άμυνας είναι μέρος της ανθρώπινης ψυχολογίας.
Δεν χρειάζεται να τους ντρεπόμαστε.
Δεν χρειάζεται να τους πολεμάμε.
Και κυρίως, δεν χρειάζεται να δημιουργήσουμε μια νέα ταυτότητα:
«Είμαι πλέον ένας άνθρωπος χωρίς άμυνες.»
Αυτό θα ήταν απλώς μια ακόμη μορφή Εγώ.
Η ουσιαστική μετατόπιση βρίσκεται αλλού.
Στην ικανότητα να αναγνωρίζουμε τη στιγμή που ενεργοποιείται η άμυνα.
Να βλέπουμε την απειλή που αντιλήφθηκε το Εγώ.
Να αισθανόμαστε το συναίσθημα χωρίς να ταυτιζόμαστε μαζί του.
Να αναγνωρίζουμε την ιστορία που δημιουργεί ο νους.
Να παρατηρούμε την παρόρμηση χωρίς να είμαστε υποχρεωμένοι να την ακολουθήσουμε.
Και σταδιακά να ανακαλύπτουμε ότι υπάρχει μέσα μας ένας χώρος που δεν χρειάζεται να αμύνεται για να υπάρχει.
Εκεί αρχίζει η πραγματική εσωτερική ελευθερία.
Όχι όταν το Εγώ εξαφανίζεται.
Αλλά όταν μπορούμε να το βλέπουμε χωρίς να χρειάζεται να το υπερασπιζόμαστε.
Η σιωπή του διαλογισμού μας μαθαίνει να παρατηρούμε χωρίς να ελέγχουμε.
Η εθελοντική ταπεινότητα μας μαθαίνει να υπάρχουμε χωρίς να υπερασπιζόμαστε διαρκώς την εικόνα μας.
Και η Επίγνωση μας επιτρέπει να συναντήσουμε τη ζωή χωρίς το συνεχές φίλτρο της αυτοπροστασίας.
Η διαδρομή μέχρι εδώ μπορεί να συνοψιστεί απλά:
Εγώ → Ταύτιση → Απειλή → Άμυνα → Αντίδραση → Παρατήρηση → Επίγνωση.
Και το επόμενο βήμα είναι αναπόφευκτο:
Όταν οι άμυνες του Εγώ ενεργοποιούνται μέσα στις σχέσεις, δεν προστατεύουν μόνο την εικόνα μας.
Επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο συναντάμε τους άλλους.
Εκεί αρχίζει το επόμενο πεδίο της εσωτερικής εργασίας:
το Εγώ μέσα στις σχέσεις.